Αλέξανδρος Άντροβ
Ποίημα

Η νύχτα των γερόντων

Αλέξανδρος Άντροβ

Μετάφραση από τα βουλγαρικά · Нощта на старите хора

Οι αισθήσεις οξύνονται,
οξύνονται τα πόδια.
Τα μάτια μισόκλειστα,
οι πόρτες μισόκλειστες,
κι είναι ησυχία.

Κανείς δεν απλώνει τα χέρια του.
Κάθε μέρα βουλιάζει κάποιο πρόσωπο.
Σιγά κλείνει η μνήμη του κόσμου
όπου μεγάλωσες,
και τώρα

φοβάσαι πως δεν υπάρχει
μνήμη μιας πόρτας
προς τον κόσμο
όπου τα παραμύθια και τα θαύματα

έκαναν το παιδί
να πετά σιωπηλά,
να βρίσκει,
να ανοίγει
τις κρυφές πόρτες…

Κι έχεις καθίσει,
σιωπηλός και μόνος.
Και προσεύχεσαι
οι αναμνήσεις να βρουν
τον δρόμο ως την πόρτα σου.